Tag / φευγω

Featured Love

Εκείνη, ήξερε να φεύγει μόνο έτσι. Αθόρυβα και περήφανα.

Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου

Κάθε φορά που της φώναζες “φεύγω” εκείνη έμενε.
Αυτό είχε μάθει να κάνει.
Έτσι λεγόταν μέσα της η αγάπη, ο έρωτας κι η πίστη.
Μένω.
Κάθε φορά που κομμάτια έσπαγαν γύρω της, εκείνη τα έπαιρνε ένα ένα και τα κολλούσε από την αρχή.
Ποτέ στην ίδια θέση, ποτέ ίδια με πριν αλλά πάντα έφτιαχνε χώρο για το “μαζί”.
Έτσι λεγόταν μέσα της το “για πάντα μαζί”.
Κάθε φορά που έμενε μόνη της, έγλειφε τις πληγές της να σταματήσουν να αιμορραγούν και έψαχνε μέσα της όλους τους λόγους που πίστευε.
Όλους τους λόγους που πίστευε στον έρωτα, στην αγάπη, στο μαζί, στο για πάντα.
Και τούτη τη φορά τι άλλαξε;
Γιατί έφυγε;
Γιατί δεν έπιασε τα κομμάτια να τα βάλει στη θέση τους;
Τι την έπιασε και τα κομμάτια τα διέλυσε σε χιλιάδες αλλά;
Γιατί δεν σταμάτησε την αιμορραγία;
Τι άλλαξε;
Τίποτα δεν άλλαξε.
Αγαπάει το ίδιο, είναι το ίδιο ερωτευμένη, είναι η ίδια, με την ίδια πίστη και την ίδια ψυχή. Με τις ίδιες πληγές και τα ίδια σημάδια!
Τότε τι έγινε; τι άλλαξε;
Τίποτα δεν άλλαξε σου λεω.
Απλά, έφευγε πια.
Όπως ήξερε να φεύγει εκείνη.
Σιωπηλά. Χωρίς λόγια. Χωρίς φωνές. Χωρίς ανακοινώσεις. Χωρίς διαπραγμάτευση.
Κι εσύ δεν έκανες τίποτα να την σταματήσεις. Δεν περίμενε λέξεις μεγάλες, λόγια βαρύγδουπα. Πάντα είχατε το δικό σας κώδικα. Περίμενε. Μια δική σας λέξη. Μια δική σας κίνηση.
Η σιωπή σου της έφτανε πια..
Μόνο τα βήματα της έμεναν να ακούγονται.
Βλέπεις είχε μάθει να μένει εμμονικά πιστή στο μαζί, γιατί εκείνη ήξερε πως αν έφευγε δεν είχε γυρισμό.
Εκείνη ήξερε πως μετά από το δικός τους “μαζί”, υπήρχε το “μόνη”.
Ή μαζί ή μόνη.-

Featured Love

Πέτα τις στάχτες της ζωής σου και ξεκίνα από την αρχή…

Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου.

Να στέκεσαι πάντα σε ένα σημείο που να ξέρεις πως κάθε στιγμή, θα μπορείς να φύγεις.
Να μην φοβάσαι να φύγεις.
Να μην φοβάσαι να χαθείς.
Να μην φοβάσαι την λήθη.

Είναι εκείνες οι φορές που ότι έχτισες θα το γκρεμίσεις συθέμελα. Θα πάρεις μια βαριοπούλα και δεν θα αφήσεις τίποτα όρθιο. Κι όταν όλα θα έχουν γίνει γκρεμίδια, θα τους βάλεις φωτιά και θα τα κάψεις. Και μέσα από αυτή την στάχτη θα ξαναγεννηθείς.

Να μη φοβάσαι να τα γκρεμίσεις όλα.

Μην ακούς τους βολεμένους της ζωής που θα πανικοβληθούν από την φυγή σου. Μην ασχοληθείς με εκείνους που θα ταραχτούν από την επιλογή σου. Φοβούνται μήπως οι δονήσεις ξυπνήσουν την καλά κοιμισμένη ζωούλα τους.
Εκείνοι μετράνε με αριθμούς την ζωή κι εσύ την μετράς με ιστορία.

Ιστορία επαναλαμβανόμενη και ποτέ ίδια με την προηγούμενη φορά. Ποτέ ίδια με την προηγούμενη στιγμή.

Μην φοβάσαι την σιωπή μετά το τέλος.
Μην φοβάσαι την σκόνη και την στάχτη.
Μην φοβάσαι το καινούριο και το άγνωστο που ξημερώνει.

Κάθε καινούριο, φοβίζει. Κάθε βήμα που δεν έχεις ξανακάνει είναι άγνωστο και κουβαλάει μέσα του σκοτάδι και σκιές. Ακόμα πιο σκοτεινό είναι να μένεις εκεί που δεν ανήκεις. Εκεί που δεν χωράς. Όταν έχουν αλλάξει όλα γύρω σου κι εσένα σου ζητάνε να μείνεις ίδιος. Σαν να μην αλλάζουν όλα μέρα με την μέρα.

Κι όσο προσπαθείς να τα κρατάς ζωντανά, ίδια, απαράλλακτα, τόσο εξαντλείσαι από μια μάχη εκ των προτέρων χαμένη. Παρακαλάς να παγώσουν οι στιγμές. Προσπαθείς να τις αναβιώσεις και να τις κάνεις ίδιες. Μα δεν μπορείς. Γιατί δεν είναι τίποτα ίδιο. Ούτε κι εσύ.

Και τότε ξέρεις πως πρέπει να φύγεις.

Είναι εκείνος ο κόμπος που κουβαλάς από καιρό μέσα σου. Δεν θυμάσαι πότε μπήκε μέσα σου, δεν θυμάσαι και πώς είναι να αναπνέεις χωρίς αυτόν. Δεν θυμάσαι πώς είναι να ξυπνάς το πρωί και να μην είναι αυτός ο κόμπος η πρώτη αίσθησή σου. Δεν θυμάσαι πώς να ανασάνεις.
Δεν καταλαβαίνεις πότε ο κόμπος γίνεται λυγμός και ο λυγμός, πόνος.
Κι ο πόνος δεν έχει αρχή και τέλος. Δεν έχει σημείο εκκίνησης και λήξης. Ο πόνος σε εξελίσσει.

Ο πόνος σου δίνει την ώθηση που χρειάζεσαι για να προχωρήσεις στο καινούριο. Δεν σου ελαφραίνει τον πόνο. Όμως δεν σου δίνει τον χρόνο να τα επεξεργάζεσαι όλα όπως πριν. Δεν σου δίνει το χρόνο να σκαλίζεις τις στάχτες.

Μέχρι να αρχίσεις να συνηθίζεις στο καινούριο και τα μάτια σου να νιώθουν το σκοτάδι οικείο και να διακρίνουν τις σκιές. Και τότε αρχίζεις να νιώθεις λιγότερο τον κόμπο και περισσότερο τον πόνο. Γιατί κάθε μνήμη ξύνει τις πληγές. Θυμάσαι. Δεν έχεις βυθιστεί σε λήθη. Θυμάσαι. Και τότε βγαίνει από μέσα σου μια κραυγή.

Μια κραυγή εκκωφαντική.
Μια κραυγή που τρομάζει τα μέσα σου.
Μια κραυγή που σπάει τα πάντα μέσα σου και γύρω σου.

Και τώρα ξέρεις.
Αρχίζεις να πατάς στα πόδια σου.
Αρχίζεις να ανακτείς τις δυνάμεις σου.
Αρχίζεις να μιλάς χωρίς να κομπιάζεις.
Αρχίζεις να κοιτάς τον ήλιο κατάματα χωρίς τα σκούρα σου γυαλιά.

Φεύγεις.

Ο δρόμος μπροστά σου και αναζητάς τα θέλω σου. Όχι τα θέλω των γύρω σου. Όχι τα θέλω της ζωής που έζησες. Τα δικά σου. Τα ολόδικά σου. Και κάπου εκεί ξέρεις πως ο δρόμος σου σε βγάζει κι απόψε σε μια θάλασσα.
Πετάς μέσα το μπουκάλι με τις στάχτες της ζωής σου.
Αναπνέεις.

Ξεκινάς από την αρχή.
Στο καινούριο και το άγνωστο.
Κάθε φορά που θα στραβοπατάς θα αναζητάς την ζεστασιά του παρελθόντος.
Κι όσο θυμάσαι πως το παρελθόν είναι φυλακή, θα προχωράς προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η μνήμη θα σου δίνει την δύναμη να περπατάς αντίθετα.

Να προσέχεις.

LoveLetters

Classics Featured Love

Η νύχτα μετράει τις αντοχές μου κι εσύ δεν είσαι εδώ

«Έφυγες τη στιγμή που σου ‘χα αφεθεί, που είχα αφεθεί..» τραγουδάει η Γαλάνη κι εγώ οδηγώ στο πουθενά. Δεν έχω προορισμό, δεν ξέρω σε ποιο σημείο βρίσκομαι.

Λίγο πριν ήμουνα στα χέρια σου. Λίγο πριν ένιωθα κάθε κύτταρό μου ζωντανό και την ζωή του την έδινες εσύ.

Εσύ που μπήκες και σάρωσες το μέσα μου. Εσύ που ήρθες απρόσκλητος και έπεσες πάνω μου σε μετωπική με κομμένα φρένα. Κι εγώ αντιστάθηκα. Σου είπα όχι, σου έφερα χίλιους λόγους να μην κι εσύ επέμενες.

Το timing είναι η δικαιολογία των δειλών μου έλεγες κι εγώ έκλεινα τα μάτια κι έψαχνα κάθε ικμάδα δύναμης για να κρατήσω το όχι μου. Τη δύναμη να μείνω αμετακίνητη στην θέση μου. Στην ασφάλεια της στιγμής μου.

Εγώ σου κραύγαζα λέξεις κι εσύ μου ψιθύριζες έρωτες. Εγώ σου άρθρωνα φράσεις κι εσύ μου έκλεινες το στόμα με φιλιά.

Όχι εκείνα τα ξενέρωτα, ούτε καν τα λογοτεχνικά τα ευγενικά, εκείνα τα άλλα, εκείνα που χάνεσαι μέσα τους και θυμίζουν μικρό πόλεμο επιβίωσης. Εκείνα που αντί να σε αφήσουν ξέπνοο σου δίνουν την δύναμη της επικράτησης.

Κι όταν η ματαιότητα της αντίστασης ήταν ορατή και για στους δυο μας, με κράτησες από το χέρι και μου είπες το πιο μεγάλο ψέμα.

«Μαζί»

Και πάνω σε αυτό το «μαζί» χορέψαμε χορούς ερωτικούς νύχτες ολόκληρες.

Νύχτες αξημέρωτες σε ιδρωμένα σεντόνια και τσαλακωμένα μαξιλάρια. Νύχτες που περάσανε με κλειστά κινητά για να μην παρεμβάλει κανείς μέσα στην στιγμή μας. Νύχτες που το μόνο που είχε σημασία ήταν το πόσο γρήγορα θα φτάναμε ο ένας τον άλλο στα όρια του.

Τα μάτια έκαναν δηλώσεις και το κορμί έδινε τις εντολές. Αν δεν με άγγιζες δεν υπήρχα κι αν δε σε ένιωθα, δεν ανέπνεα. Ζητούσα την αγκαλιά σου κι οι ώρες χωρίς εσένα υπήρχαν μόνο για να μετράω το χρόνο να κλείσω την πόρτα πίσω μας.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, μέχρι εκείνο το φιλί, μέχρι εκείνο τον έρωτα.

Το ένιωσα από το πρώτο άγγιγμα. Ήταν καυτό, διαφορετικό και το φιλί σου δεν με διεκδικούσε, δεν προσπαθούσε να μου επιβληθεί. Ήξερες πως με έχεις, πως με έχεις κερδίσει. Ήμουν πια κεκτημένο σου. Κάθε άγγιγμά σου έμοιαζε σα να προσπαθούσες να μου αφήσεις σημάδια.

Όχι, δεν το προσπαθούσες, αυτό έκανες.

Μου άφηνες σημάδια πάνω μου σαν να χαρτογραφούσες την ιδιοκτησία σου. Χαμηλά στο λαιμό μου, γύρω από το στήθος μου, κοντά στον αφαλό, μικρές μελανιές απόρροια των χαδιών σου, αποστάλαγμα των φιλιών σου.

Κι όταν ήρθε η κορύφωση, εκείνο το δευτερόλεπτο που όλα είναι τόσο έντονα που γίνονται εκτυφλωτικά είδα στα μάτια σου το τέλος.

Κουλουριάστηκα πάνω σου κι άρχισαμε να μπλέκουμε τα δάχτυλά μας. Σα να κάναμε επίκληση στους θεούς του έρωτα και του θανάτου να μας ενώσουν εκείνη τη στιγμή.

Να μην μας αφήσουν άλλο να βασανιζόμαστε σε δυο σώματα. Να μην υπάρξει η επόμενη στιγμή.

Μου ψιθύριζες λέξεις ξανά. Λέξεις που δεν είχαν νόημα. Δεν σε ακούω. Προσπαθώ να φυλακίσω την αίσθησή σου, να αιχμαλωτίσω την ανατριχίλα μου όταν με αγγίζεις, το χάδι σου, την μυρωδιά μου πάνω σου.

Κλείνεις τα μάτια κι αποκοιμιέσαι, προσποιούμαι κι εγώ πως κοιμάμαι μέχρι το σώμα σου να χαλαρώσει. Κι όταν αφήνεσαι πια, σε κοιτάζω να χαμογελάς αμέριμνος σαν πολεμιστής που κατέκτησε την μάχη και σήμερα.

Σου δίνω ένα φιλί απαλό ίσα ίσα να μην σε ξυπνήσει, φοράω το φούτερ σου, το λάφυρό μου και φεύγω.

Δεν ξέρω πού πάω μακριά σου. Πονάω ήδη μέσα μου από το κενό της αγκαλιάς σου.

Τα χείλια μου σαν να μαράθηκαν και τσούζουν. Πατάω γκάζι στο πουθενά και αγνοώ την οθόνη του κινητού που αναβοσβήνει με το όνομά σου.

Έγινα κεκτημένο σου κι έφυγα, πριν γίνω δεδομένο. 

«Τώρα η νύχτα μετράει την αντοχή μου, δεν είσαι εδώ..»