Featured Love

Εσύ μου έμαθες το “για πάντα” κι εγώ σου έμαθα το “μαζί”

Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου

Την πρώτη φορά που σε ερωτεύτηκα, μου έμαθες το “για πάντα”.
Εγώ, ο άνθρωπος του “τόσο όσο” κι εσύ εκείνος του “για πάντα”, χωρίς το μαζί να υπάρχει πουθενά στην εξίσωση.
Εσύ θάλασσα, εγώ άνεμος.
Εσύ φωτιά, εγώ λάδι.
Τίποτα το συνηθισμένο και συμβατικό δεν θα μπορούσε να έχει η συνάντησή μας.

Πώς λοιπόν να ερωτευτούμε μια φορά;
Η πρώτη, είχε μέσα της άγνοια κινδύνου. Είδαμε κι οι δυο τη φωτιά και πέσαμε μέσα της.

Ζήσαμε την ένταση, το πάθος, τον πόθο, τον πόνο, τη ζήλια, την ίδια την ζωή στο κόκκινο.
Το κόκκινο που έχει το πυρωμένο σίδερο πριν βουτηχτεί στο νερό και γίνει ατσάλι.
Ναι, ο καθένας μας ήταν κι από ένα κομμάτι ατσάλι που μόνο του βούταγε στο νερό..

Κι όταν μάθαμε την ζωή απ’ την αρχή, αρχίσαμε να αναθεωρούμε απόψεις και να εδραιώνουμε επιθυμίες.
Να απορρίπτουμε πρέπει και να γιγαντώνουμε θέλω.
Δίναμε μάχες δίχως έλεος άλλοτε με τους τρίτους, άλλοτε με τους ίδιους μας τους εαυτούς.
Κι όταν κουραζόμασταν από τις μάχες, βρίσκαμε μια σκιά και καθόμασταν κατάχαμα, όμως δρόμο, δεν αλλάξαμε ποτέ.

Ένας δρόμος και θα τον περπατάμε ως το τέλος του.
Βήμα βήμα, ο έρωτας εκείνος, ο πρώτος, με την άγνοια κινδύνου, απέκτησε γνώση και συνείδηση.
Έγινε αγάπη και νοιάξιμο και φροντίδα.
Δεν έγινε όμως ποτέ δεδομένος.

Κι ακριβώς επειδή δεν έγινε ποτέ δεδομένος, ξαναγεννήθηκε, μόνο που τώρα, ήταν πολύ διαφορετικός.

Τώρα ήταν ενσυνείδητος. Δεν είχε πια άγνοια κινδύνου.
Δεν παραπατούσε παρά μόνο όταν μέθαγε από πάθος καλά κρυμμένο.
Όχι, δεν είχε ανάγκη να βροντοφωνάξει τίποτα.
Είχε όμως ανάγκη να τα ζήσει όλα, πολύ, απόλυτα.
Γιατί η θάλασσα, παρέμεινε θάλασσα κι ο άνεμος έμπαινε ακόμα μέσα της και δημιουργούσε κύματα που έσβηναν κάθε “πρέπει”.
Γιατί την πρώτη φορά, εκείνος της έμαθε να πιστεύει στο “για πάντα”, όμως την δεύτερη φορά, εκείνη του έμαθε να πιστεύει στο “μαζί”.
Και μαζί έμαθαν να στέκουν στην άκρη του γκρεμού και να κοιτάνε τα νερά.
Άλλοτε καταγάλανα, κρυστάλλινα και καθαρά στην όψη που μέσα τους έκρυβαν βράχους μυτερούς κι άλλοτε σκοτεινά και σκούρα νερά που μέσα τους έβρισκες τον παράδεισο.

Το σίγουρο πια ήταν πως το νερό ήταν εκεί, με άγνωστο βυθό, όπως ο έρωτας..
Και η βουτιά, ήταν αναπόφευκτη, όπως η ίδια η ζωή..
Μόνο που τώρα, είχαν μάθει πια να βουτάνε μαζί.

Γιατί την δεύτερη φορά, το “για πάντα”, ερωτεύτηκε το “μαζί”.
Γιατί την δεύτερη φορά, δεν υπήρχε η άγνοια κινδύνου αλλά η επίγνωση πραγματικότητας. 

Write a comment